Παύλος Χρυσοστόμου: «Οι Μακεδονικοί τάφοι του Αρχοντικού και της Πέλλας ΙΙ»

Ο Χρυσοστόμου ερεύνησε τους τάφους υπό ολιστική αντίληψη και το παλίμψηστο που παραθέτει, αναλύει τα ευρήματα σχολαστικά
ΗΠελλαία χώρα, δηλαδή ο αστικός και αγροτικός χώρος γύρω από την πρωτεύουσα του αρχαίου Μακεδονικού Κράτους, αποκαλύπτει τα μνημεία της σταδιακά, ιδίως μετά το 1957, που ξεκίνησε η πρώτη συστηματική ανασκαφή. Έκτοτε, πολλά ανακαλύφτηκαν, περισσότερα μελετήθηκαν ,πλήθος άλλα διευκρινίστηκαν, όπως εξάλλου συμβαίνει με τους επιφανείς  ελληνικούς αρχαιολογικούς χώρους.


Η μελέτη της πόλης και της περιοχής της, χάρη στην επιμονή των αρχαιολόγων και στην επιστημονική επίμονη έρευνα, αποτυπώνει πειστικά μια σειρά ευρημάτων και μνημείων της Πέλλας που διέθετε σύνδεση με τη θάλασσα, είχε ανάκτορο και αγορά, ενώ τα τοπόσημά της παραμένουν οι τύμβοι της, δηλαδή τάφοι των τέκνων της που απλώνονται στην περίμετρο της πόλης.

Ο Παύλος Χρυσοστόμου, σήμερα επίτιμος διευθυντής Αρχαιοτήτων τουΥΠΠΟΑ, παραδίδει στον αναγνώστη έναν μεγάλο τόμο, κοντά στις χίλιες σελίδες, όπου δημοσιεύει τάφους που ερεύνησε κατά το διάστημα της υπηρεσιακής θητείας του στην Αρχαιολογική υπηρεσία. Η  δημοσίευση υπερβαίνει κατά πολύ μια υπηρεσιακή έκθεση ή μια περιγραφή ειδικού.

Ο Χρυσοστόμου ερεύνησε τους τάφους υπό ολιστική αντίληψη και το παλίμψηστο που παραθέτει, αναλύει τα ευρήματα σχολαστικά, παρουσιάζει τις επιρροές και άλλα δείγματα παρόμοιας «γραφής», χρονολογεί, αλλά και σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, εξετάζει τον Μακεδονικό τάφο ως αρχιτεκτόνημα τυπολογικά, μορφολογικά και κατά στάδια εξέλιξης, ενώ υπάρχουν και δύο παραρτήματα ειδικών πάνω στο οστεολογικό υλικό που βρέθηκε, αλλά και στην υγρομετρική συμπεριφορά του βασικού δομικού υλικού, των πώρων, με τους οποίους χτίστηκαν οι τάφοι.

Μόνον ένα τέταρτο αιώνα χωρίζει την ανίχνευση των περισσοτέρων ταφών με την παρούσα εξαντλητική δημοσίευσή τους. Ο Παύλος Χρυσοστόμου κατάφερε να συνδυάσει την συνεχή του υπηρεσιακή ευθύνη και παρουσία με παράλληλη έρευνα, δίνοντας ένα εξαιρετικό παράδειγμα εργατικότητας, αρχαιολογικής ευθύνης και της παραγωγής ενός ογκώδους γνωστικού υλικού που αφήνει μια δυνατή παρακαταθήκη στον τόπο, που έχει ακόμη πολλά να  φανερώσει στο μέλλον.


πηγή Έθνος